Θεοδώρα Τζάκρη
    

Άρθρα

03 Ιούλιος 2017

"Η αναγκαιότητα μιας προοδευτικής προγραμματικής συμμαχίας ΣΥΡΙΖΑ – ΔΗΣ". Άρθρο της Θεοδώρας Τζάκρη στην Εφημερίδα των Συντακτών

Μετά την πολιτική ήττα του ΠΑΣΟΚ στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 και του 2015 έχουν αναληφθεί κατά καιρούς, με επίσπευση διαφόρων αυτοπροσδιοριζόμενων ως «κεντροαριστερών», φιλόδοξες πρωτοβουλίες για την δημιουργία ενός «ενωμένου μεγάλου προοδευτικού κινήματος». Μέχρι τώρα όλες έπεσαν στο κενό. Αιτία της αποτυχίας η ανυπαρξία ειλικρινούς διαλόγου για τα αίτια της ήττας, η έλλειψη ενός νέου ιδεολογικού οράματος και η απουσία στρατηγικής για την πολιτική αναδιοργάνωση του χώρου. Όλες τους παρέμειναν κινήσεις εντυπωσιασμού που δεν απέδωσαν και δεν πρόκειται να αποδώσουν, όσο δεν μπαίνουν στο τραπέζι τα ζητήματα πολιτικής. Ακόμη και το δρομολογημένο συνέδριο της ΔΗΣΥ δεν είναι ιδεολογικό αλλά επιδιώκει περισσότερο να εξομαλύνει πολιτικές διαφωνίες προσώπων.

Το ΠΑΣΟΚ ηττήθηκε τέσσερις φορές στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις για το συγκεκριμένο μίγμα πολιτικής που ακολούθησε. Πως απαντάει σε αυτό η πολιτική ηγεσία της Δημοκρατικής Συμπαράταξης; Με τις προτάσεις για την «εθνική συνεννόηση» που είναι η πίσω πόρτα της οικουμενικής; Ή με τις ατάκες, γιατί περί ατάκας πρόκειται, περί κούφιας ετικέτας «περί κεντροαριστεράς». Τι σημαίνει «κεντροαριστερά» αλήθεια; Ολίγη από αριστερά; Ολίγη από δεξιά; Light αριστερά; Σε τι ξεχωρίζει από την νεοφιλελεύθερη Κεντροδεξιά του σήμερα, με την οποία επί της ουσίας ταυτίζεται από την αποδοχή μαζί με την ΝΔ της Συνθήκης του Μάαστριχτ (1993) και των όρων της Ευρωζώνης στην συνέχεια. Τι σημαίνει «κεντροαριστερά» για τις εργασιακές σχέσεις, για τους φόρους, για την ανάπτυξη, για τις επιχειρήσεις, για τις πολιτικές λιτότητας; Τι λέει για όλα αυτά η «Κεντροαριστερά». Δεν ακούμε να λέει τίποτα για όλα αυτά τα σημαντικά θέματα. Η Κεντροαριστερά, όπως αποδείχτηκε από την πρόσφατη συνάντηση της κ. Γεννηματά με τον Πρωθυπουργό, ακολουθεί με συνέπεια την κλασσική γραμμή για την κάθε αντιπολίτευση. Την ενδιαφέρει μόνο η ήττα της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση κι από εκεί και πέρα «βλέπουμε».

Πως θα πείσει επομένως η «Κεντροαριστερά» την υποψιασμένη πλέον ελληνική κοινωνία ότι οι κινήσεις αυτές δεν εκπορεύονται από την ανάγκη πολιτικής επιβίωσης των παλαιών αξιωματούχων της, αλλά από τις πραγματικές ανάγκες έκφρασης του χώρου του δημοκρατικού σοσιαλισμού ή της σοσιαλδημοκρατίας. Tου χώρου δηλαδή που στο φάσμα αριστερά - δεξιά εκπροσωπήθηκε στην Τρίτη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία σε μεγάλο βαθμό από το ΠΑΣΟΚ ή, αν μιλήσουμε με όρους κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, τις δυνάμεις της εργασίας, της υγιούς επιχειρηματικότητας, της δημιουργίας που εμφορούνται από τις αρχές της αλληλεγγύης και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Του προοδευτικού χώρου με λίγα λόγια που σε μεγάλο βαθμό εκφράστηκε στις δύο προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις ψηφίζοντας ΣΥΡΙΖΑ.

Στον ίδιο χώρο δραστηριοποιούνται και οι δυνάμεις που συγκροτούν σήμερα την Δημοκρατική Συμπαράταξη. Εξ αυτού του λόγου θα μπορούσε η ΔΗΣΥ να αποτελέσει έναν εν δυνάμει αξιόπιστο πολιτικό συνομιλητή του ΣΥΡΙΖΑ για την προώθηση μιας αριστερής προοδευτικής κυβερνητικής ατζέντας.

Η ΔΗΣΥ όμως εμφανίζει σήμερα μια αμφισημία. Το δόγμα «των ίσων αποστάσεων από την ΝΔ και το ΣΥΡΙΖΑ» που έχει εξυφάνει η νέα ηγεσία (προς εγκατάλειψη του παλαιού «δόγματος Βενιζέλου» ότι συνεργαζόμαστε μόνο με την ΝΔ) δεν την καθιστά αξιόπιστο συνομιλητή. Στην παρούσα φάση η ΔΗΣΥ λειτουργεί ως ένας πολιτικός μπαλαντέρ. Οι απόψεις της είναι αποϊδεολογικοποιημένες. Τα στελέχη της τηρούν στάση αναμονής ενόψει της πρόσκλησης του κυρίου Μητσοτάκη να αναλάβουν υπουργική καρέκλα. Αυτός είναι και ο λόγος για την εκλογική και δημοσκοπική της στασιμότητα.

Καλείται επομένως η ηγεσία της να αποφασίσει. Δεν μπορεί να είναι και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ. Όλοι πρέπει να αναλάβουμε το βάρος των ευθυνών μας. Και ο ΣΥΡΙΖΑ να συζητήσει με τα συγγενή ιδεολογικά κόμματα άμεσα, στην βάση μιας προγραμματικής ατζέντας, ένα πρόγραμμα διακυβέρνησης της χώρας που θα στηρίζεται στις αξίες της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της δίκαιης ανάπτυξης. Όχι τις παραμονές των εκλογών ή ακόμη χειρότερα μετά από αυτές. Σήμερα.

Η υιοθέτηση της απλής αναλογικής θα μπορούσε να συντελέσει στην σφυρηλάτηση μιας τέτοιας προγραμματικής συμμαχίας. Η απλή αναλογική ως σύστημα διευκολύνει την οικοδόμηση συμμαχικών κυβερνήσεων, οι οποίες μπορεί να είναι σταθερές μόνο αν στηρίζονται σε προγραμματικές συγκλίσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να επιδιώκει την συνεργασία με συγγενείς πολιτικές δυνάμεις ώστε να συμβάλουν από κοινού στην υλοποίηση ενός αριστερού προοδευτικού κυβερνητικού προγράμματος. Και οι προοδευτικές δυνάμεις να συμπράξουν προγραμματικά με τον ΣΥΡΙΖΑ αφήνοντας κατά μέρος τον ρεβανσισμό και τον άκαιρο κομματικό μεγαλοϊδεατισμό. Σε αυτή την περίπτωση μιλάμε για προγραμματικές συμφωνίες. Όχι για «συμφωνίες κορυφής», δηλαδή συγκυριακές, εξ ανάγκης, συνεργασίες δύο ή τριών κομμάτων.

Αυτό άλλωστε ως διεργασία συντελείται σήμερα και στην Ευρώπη ως απάντηση του προοδευτικού χώρου στον νεοφιλελευθερισμό αλλά και στον ακραίο λαϊκισμό που προκαλεί πολιτικό, κοινωνικό και παραγωγικό διχασμό. Σε χώρες όπως η Πορτογαλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία αναλαμβάνονται πρωτοβουλίες από πολιτικές δυνάμεις που ανήκουν στον χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού να συνεννοηθούν με την αριστερά και την οικολογία ώστε να αποσοβήσουν το κακό σενάριο που περιγράφει την διολίσθηση της Ευρώπης σε μια σκοτεινή περίοδο προστατευτισμού, οικονομικών εθνικισμών, αυταρχισμού και «κλεισίματος» των κοινωνιών που θα φέρει στα πράγματα δυνάμεις δημαγωγικές και ανίκανες εν τέλει να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ανεπτυγμένων και αλληλοεξαρτώμενων οικονομιών.

Αν δεν συμβεί αυτό πολύ φοβάμαι ότι η επίλυση του σύνθετου ελληνικού ζητήματος και η έξοδος από την κρίση που συνδέεται με την ανάγκη νομοθέτησης και υλοποίησης ρηξικέλευθων αλλαγών σε όλο το παραγωγικό σύστημα της χώρας θα εξακολουθήσει να αποτελεί ζητούμενο.